βουλευτήρια

βουλευτήριον
council-chamber
neut nom/voc/acc pl
βουλευτήριος
giving advice
neut nom/voc/acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουλευτήρι' — βουλευτήρια , βουλευτήριον council chamber neut nom/voc/acc pl βουλευτήρια , βουλευτήριος giving advice neut nom/voc/acc pl βουλευτήριε , βουλευτήριος giving advice masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Agion Oros — Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Άγιον Όρος (gr.) Aftonomi Monastiki Politia Agion Oros (gr.) Autonome Mönchsrepublik Heiliger Berg Autonome Mönchsrepublik Athos …   Deutsch Wikipedia

  • Athos — Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Άγιον Όρος (gr.) Aftonomi Monastiki Politia Agion Oros (gr.) Autonome Mönchsrepublik Heiliger Berg Autonome Mönchsrepublik Athos …   Deutsch Wikipedia

  • Ayion Oros — Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Άγιον Όρος (gr.) Aftonomi Monastiki Politia Agion Oros (gr.) Autonome Mönchsrepublik Heiliger Berg Autonome Mönchsrepublik Athos …   Deutsch Wikipedia

  • Berg Athos — Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Άγιον Όρος (gr.) Aftonomi Monastiki Politia Agion Oros (gr.) Autonome Mönchsrepublik Heiliger Berg Autonome Mönchsrepublik Athos …   Deutsch Wikipedia

  • GR-69 — Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Άγιον Όρος (gr.) Aftonomi Monastiki Politia Agion Oros (gr.) Autonome Mönchsrepublik Heiliger Berg Autonome Mönchsrepublik Athos …   Deutsch Wikipedia

  • Mönchsrepublik Athos — Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Άγιον Όρος (gr.) Aftonomi Monastiki Politia Agion Oros (gr.) Autonome Mönchsrepublik Heiliger Berg Autonome Mönchsrepublik Athos …   Deutsch Wikipedia

  • βουλευτήριο — το (AM βουλευτήριον) το κτήριο ή ο χώρος όπου συνεδριάζουν οι βουλευτές ή τα μέλη συμβουλίου αρχ. 1. το σύνολο των βουλευτών, οι βουλευτές ως σώμα 2. φρ. «δόλια βουλευτήρια» δόλιοι, κακόπιστοι σύμβουλοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < βουλευτήρ (< βουλεύω)… …   Dictionary of Greek

  • Νικομήδεια — Αρχαία πόλη της Βιθυνίας στην Προποντίδα, κοντά στη σημερινή Ιζμίτ. Χτίστηκε το 264 π.Χ. από τον Νικομήδη A’ στη θέση της παλιάς μεγαρικής αποικίας Αστακός. Υπήρξε πρωτεύουσα του βασιλείου της Βιθυνίας και αργότερα (μετά το 74 π.Χ.) της ρωμαϊκής… …   Dictionary of Greek

  • Συνοίκιο — Ετήσια γιορτή της αρχαίας Αθήνας, που γινόταν την 16η Εκατομβαιώνα (μέσα Ιουλίου περίπου), προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, εντελώς άσχετη προς τα Παναθήναια. Στη γιορτή αυτή προσφερόταν αναίμακτη θυσία προς τη θεά Ειρήνη. Λέγεται ότι καθιερώθηκε για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.